Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Tittytainment – Η μορφή των πραγμάτων που θα ’ρθουν (;)


Αναδημοσίευση από: http://kourelarios.wordpress.com

Ο όρος “tittytainment”, αν και έχει συμπεριληφθεί εσχάτως ως λήμμα σε κάποια αγγλοσαξονικά λεξικά και αναφέρεται σε αρκετά εξειδικευμένα βιβλία και ακόμη περισσότερα άρθρα, είναι σχεδόν παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό.
Ο όρος, ωστόσο, έγινε γνωστός πριν από δεκατέσσερα χρόνια, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο των δημοσιογράφων Χανς-Πέτερ Μάρτιν και Χάραλντ ΣούμανΗ Παγκόσμια Παγίδα[1].


Xανς-Πέτερ Μάρτιν (1957). Αυστριακός δημοσιογράφος, εργάστηκε για χρόνια στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, συν-συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων "Παγκόσμια Παγίδα" και "Πικρά Χάπια" (για το ρόλο των φαρμακοβιομηχανιών στο σύγχρονο κόσμο). Ευρωβουλευτής από το 1999 μέχρι σήμερα, εξελέγη επικεφαλής της λίστας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Αυστρίας (1999) και στη συνέχεια ως επικεφαλής ανεξάρτητου συνδυασμού (2004 και 2009) που απέσπασε υψηλά ποσοστά (14 και 18% αντίστοιχα). Αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας στη συνάντηση του State of the World Forum, που διεξήχθη το 1996 στο ξενοδοχείο Fairmont του Σαν Φρανσίσκο.

Ο Αυστριακός Χανς-Πέτερ Μάρτιν[2], είχε παρευρεθεί τον Σεπτέμβριο του 1995 σε μία «κλειστή» διεθνή συνάντηση στο Σαν Φρανσίσκο, το «State of the World Forum» (SWF – Φόρουμ για την Κατάσταση του Κόσμου»), την οποία είχε οργανώσει η ομώνυμη μη-κερδοσκοπική οργάνωση, που είχαν συνιδρύσει την ίδια χρονιά ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, πάλαι ποτέ ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, και ο Αμερικανός Τζιμ Γκάρρισον[3]. Η οργάνωση έχει ως στόχο της τη δημιουργία ενός «παγκόσμιου δικτύου ηγετών», που θα αποτελείται από άτομα που έχουν διακριθεί στον τομέα τους (πολιτική, επιχειρήσεις, «κοινωνία των πολιτών») και τα οποία θα είναι αποφασισμένα να διαμορφώσουν και να εφαρμόσουν «εκείνες τις αρχές, τις αξίες και τις ενέργειες που είναι απαραίτητες για να καθοδηγηθεί σοφά η ανθρωπότητα, καθώς διαμορφώνεται ένας ολοένα και περισσότερο παγκοσμιοποιημένος και αλληλεξαρτώμενος κόσμος»[4].
Στην πρώτη αυτή συνάντηση του SWF συμμετείχαν πεντακόσιοι «ηγέτες» από 50 διαφορετικές χώρες. Ανάμεσά τους ο Τζωρτζ Μπους (ο πρεσβύτερος), η Μάργκαρετ Θάτσερ, η βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης Ριγκομπέρτα Μεντσού, ο ιδρυτής του CNN Τεντ Τέρνερ, ο Τζωρτζ Σουλτς, πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο επί δωδεκαετία (1982-1994) πρωθυπουργός της Ολλανδίας Ρούουντ Λούμπερς («πνευματικό παιδί» της Μάργκαρετ Θάτσερ, με κεντρικό πολιτικό σύνθημα το «περισσότερη αγορά, λιγότερη κυβέρνηση) και ο «πολύς» Μωρίς Στρονγκ[5].


Μιχαήλ Γκορμπατσώφ (1931). Ο τελευταίος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης δεν συνάντησε καμία δυσκολία στο να ενταχθεί στις δυτικές ελίτ. Ιδρυτής και συνιδρυτής και εξέχον μέλος οργανώσεων όπως του Ιδρύματος Γκορμπατσώφ, το State of the World Forum, του Green Cross International (οικολογικών ενδιαφερόντων), της Earth Charter Initiative (επίσης οικολογικών ενδιαφερόντων), αλλά και μέλος "κλειστών" λεσχών όπως η Λέσχη της Ρώμης και η Λέσχη της Μαδρίτης, προωθεί με κάθε τρόπο τη συνεργασία σε έναν "αλληλεξαρτώμενο" κόσμο. Αν και κατηγορήθηκε από κάποιος ως ο "νεκροθάφτης" του "υπαρκτού σοσιαλισμού", μια άλλη "ανάγνωση" της ιστορίας είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υπήρξε ο ηγέτης της "αντεπανάστασης" στην Ανατολική Ευρώπη, όταν σχεδόν σύσσωμη η ηγεσία των "κομμουνιστικών" καθεστώτων πέρασε, εν μια νυκτί, στην άλλη πλευρά, αποτελώντας τη "νέα" ελίτ των "καπιταλιστικών" καθεστώτων που αναδύθηκαν μέσα από τις στάχτες του "σοσιαλισμού".

Σύμφωνα με τον Χ.-Π. Μάρτιν[6], στην κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στο Σαν Φρανσίσκο, οι «ηγέτες του κόσμου» συζήτησαν και ένα σενάριο, σύμφωνα με το οποίο το 20% του ενεργού πληθυσμού στον πλανήτη είναι αρκετό για να παράγει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρειάζεται η ανθρωπότητα. Το ερώτημα φυσικά που τέθηκε αφορούσε το υπόλοιπο 80% του παγκόσμιου πληθυσμού. Πώς θα μπορούσε αυτό το «εναπομείναν» και «πλεονάζον» 80% να παραμείνει «ήσυχο» και «παθητικό»;
Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Κλωντ Μισεά γράφει χαρακτηριστικά:
«Το κύριο πολιτικό πρόβλημα, που το καπιταλιστικό σύστημα είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει τις επόμενες δεκαετίεςμπορεί να διατυπωθεί με κάθε αυστηρότητα:πώς θα είναι δυνατό για την ελίτ του κόσμου, να διατηρηθεί η διακυβερνησιμότητατης κατά τα 80% υπεράριθμης ανθρωπότητας, της οποίας το ανώφελο έχει ήδη προγραμματίσει η φιλελεύθερη λογική;»[7]
Η «απάντηση» δόθηκε από τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ, σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ επί προεδρίας Τζίμμυ Κάρτερ (1977-1981) και στενό συνεργάτη επί δεκαετίες του Ντέιβιντ Ροκφέλλερ (Bilderberg, Τριμερής Επιτροπή). Και η «απάντηση» ήταν μονολεκτική:tittytainment.


Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκυ (1928). Εκ των στρατηγικών νοών του αμερικανικού κατεστημένου, αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Ντέιβιντ Ροκφέλλερ (Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων, Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, Τριμερής Επιτροπή). Ως σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Τζίμμυ Κάρτερ υπήρξε ο εμπνευστής της "παγίδευσης" της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν και της χρηματοδότησης κάθε είδους φονταμενταλιστών ισλαμιστών, που θα αντιμετώπιζαν εκεί τον "ερυθρό κίνδυνο". Επινόησε τον όρο "tittytainment", που αποτελεί ίσως την τελευταία πολιτική του "προσφορά", αν εξαιρέσουμε το βιβλίο το "Η Μεγάλη Σκακιέρα", για τον γεωπολιτικό έλεγχο της Ευρασίας.

Tittytainment: η λέξη είναι σύνθετη, και συντίθεται από τη λέξη «tits» (τα γυναικεία στήθη, στην αμερικανική αργκό) και τη λέξη «entertainment» (διασκέδαση – με την πιο «φθηνή» έννοια του όρου)[8]. Ο Μπρεζίνσκυ και οι συνομιλητές του δεν αναφέρονταν τόσο στη σεξουαλική διάσταση του γυναικείου στήθους (στο λιγότερο ή περισσότερο «μαλακό» ή «σκληρό» πορνό που, ούτως ή άλλως, σήμερα κατακλύζει τα Μέσα και το διαδίκτυο), όσο σε εκείνη του μητρικού θηλασμού. Η «λύση», λοιπόν, για το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού θα ήταν ένα μείγμα αποπροσανατολιστικής διασκέδασης χαμηλού επιπέδου (infotainment [=πληροφοριοδιασκέδαση], reality shows, κουτσομπολίστικα μεσημεριανάδικα, «πολιτικές συζητήσεις» show, κ.ο.κ.) και ενός κάποιου επαρκούς επιπέδου διατροφής.
Η tittytainment, λοιπόν, δεν είναι παρά η «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή του λατινικού «άρτος και θεάματα» (panem et circenses). Και έτσι, σύμφωνα με τον Μισεά, «με αυτόν τον νεολογισμό-βαλίτσα επρόκειτο απλούστατα να ορισθεί ένα “κοκτέιλ αποβλακωτικής διασκέδασης και επαρκούς διατροφής που θα επέτρεπαν να διατηρηθεί σε καλή διάθεση ο αποστερημένος πληθυσμός του πλανήτη”»[9].
Στη συνάντηση υπήρχαν σαφέστατοι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους όλοι οι εισηγητές διέθεταν μόλις πέντε λεπτά για να αναπτύξουν το θέμα τους. Κι οποιαδήποτε δευτερολογία δεν έπρεπε να ξεπερνά τα δύο λεπτά. Καλοντυμένες ηλικιωμένες κυρίες επιδείκνυαν στους ομιλητές πινακίδες, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για τους οδηγούς της «Φόρμουλα 1»: «1 λεπτό», «30 δευτερόλεπτα», «Stop».
Η συζήτηση για την κοινωνία του ενός πέμπτου (ή την κοινωνία 20:80) ξεκίνησε από τον John Cage, ανώτατο στέλεχος της εταιρείας πληροφορικής Sun Microsystems. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την «Εργασία στην Παγκόσμια Οικονομία», ο Τζ. Κέιτζ είπε: «Ο καθένας μπορεί να δουλέψει για μας, αρκεί να το θέλει. Δεν χρειαζόμαστε πλέον βίζα για τους αλλοδαπούς που εργάζονται για μας». Οι κυβερνήσεις και η εργατική νομοθεσία τους είναι πλέον άνευ νοήματος, λέει. Δεχόμαστε αιτήσεις για εργασία μέσω των υπολογιστών από όλες τις ηπείρους, «προσλαμβάνουμε τους ανθρώπους μας μέσω των υπολογιστών, κάνουν την εργασία τους με υπολογιστές, και επίσης τους απολύουμε μέσω των υπολογιστών». Και συνέχισε: «Απλώς προσλαμβάνουμε τους ευφυέστερους ανθρώπους. Και η αποτελεσματικότητά μας ήταν εκείνη που μας οδήγησε, 13 χρόνια μετά την ίδρυση της εταιρείας μας, να αυξήσουμε τα έσοδά από το μηδέν σε περισσότερα από έξι δισεκατομμύρια δολάρια».
Και στρεφόμενος προς έναν από τους συνδαιτυμόνες του είπε: «Εσείς δεν φτάσατε εκεί τόσο γρήγορα, Ντέιβιντ», εμφανώς απολαμβάνοντας την «μπηχτή» του.
Ο Ντέιβιντ ήταν ο Ντέιβιντ Πάκαρντ, συνιδρυτής της εταιρείας Hewlett Packard και πολυεκατομμυριούχος. Χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στην μπηχτή του Κέιτζ, έθεσε το απλό ερώτημα: «Και πόσους ακριβώς εργαζόμενους χρειάζεστε πραγματικά, Τζων;»
«Έξι. Ίσως οχτώ», απαντά ο Κέιτζ. «Χωρίς αυτούς θα χανόμασταν. Αλλά δεν έχει καμιά σημασία σε ποια χώρα ζουν». Ο συντονιστής της συζήτησης Rustum Roy, καθηγητής στο Pennsylvania State University, ρωτά: «Και πόσοι άνθρωποι δουλεύουν σήμερα για την Sun Microsystems;» Η απάντηση του Κέιτζ: «16.000. Και εκτός από μια μικρή μειοψηφία, ο αριθμός τους μπορεί να μειωθεί δραματικά».
Στην αίθουσα δεν ακούγεται τίποτα. Για τους παρόντες, αυτή η άποψη για τις αμέτρητες στρατιές ανέργων είναι αυταπόδεικτη. Κανένα από αυτά τα μέλη της παγκόσμιας πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ (ή ελιτείας, αν προτιμάτε) δεν πιστεύει ότι στο μέλλον θα υπάρξουν αρκετές νέες, αξιοπρεπώς μισθοδοτούμενες θέσεις εργασίας, σε οποιονδήποτε τομέα.
Και κάπως έτσι οι συμμετέχοντες στο Φόρουμ συνοψίζουν το μέλλον σε δύο αριθμούς και έναν όρο: «20-80»[10] και «tittytainment».
Το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού θα μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη ζωή, στην εργασία, στην ψυχαγωγία, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία θα ζει. Ακόμη ένα ή δύο τοις εκατό του πληθυσμού, λένε οι συνδαιτυμόνες, θα τα καταφέρνει αφού θα έχει κληρονομήσει τεράστιες περιουσίες.
«Βεβαίως», λέει ο Τζέρεμυ Ρίφκιν, συγγραφέας του βιβλίου Το Τέλος της Εργασίας και το Μέλλον της[11]«το κατώτερο 80% θα αντιμετωπίσει φοβερά προβλήματα». Ο Τζων Κέιτζ παίρνει ξανά τον λόγο και επαναλαμβάνει τη φράση του Scott McNealy, του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας του: Το ζήτημα σύντομα θα είναι: «να έχεις γεύμα ή να είσαι το γεύμα»
Η συζήτηση για το μέλλον της εργασίας ανάβει. Το συμπέρασμα; Μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων έρχεται. Κάποιος το θέτει ξεκάθαρα: η μεσαία τάξη των πλούσιων χωρών θα εκλείψει. Κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν διαφωνεί[12].
Εν κατακλείδι
«Σενάρια», θα πει κάποιος. Ίσως. Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος των πολυπληθών διεθνών think-tanks και των κάθε είδους fora. Αν και δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφισβητήσουμε τα λόγια του αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα Χ.-Π. Μάρτιν, τα λεγόμενά του επιβεβαιώνονται «πανηγυρικά» (αν δεν ήταν τόσο τραγική αυτή η επιβεβαίωση…) από τα συμβαίνοντα εσχάτως στη χώρα μας και, ευρύτερα, στη Γηραιά Ήπειρο. Εξάλλου ο Χ.-Π. Μάρτιν μιλούσε ήδη εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια για την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος επί της πολιτικής[13]. Και παρότι σήμερα κάποιοι προσπαθούν να θέσουν αυτό το –τεράστιο- ζήτημα προς συζήτηση, δύσκολα το καταφέρνουν. Άλλες, βλέπετε, οι βουλές της παγκόσμιας και της κάθε ντόπιας ελιτείας.
Δυστυχώς, όμως, από ό,τι φαίνεται η μόνη δυνατότητα που έχουμε είναι εκείνη της περιγραφής της πραγματικότητας, που κάποιοι άλλοι διαμορφώνουν πριν από μας για μας.
Εύχομαι σε όλους ένα δροσερό καλοκαίρι. Το φθινόπωρο θα είναι επίσης δροσερό. Από κοινωνικοπολιτικής απόψεως, εννοώ. Εκτός κι αν πέφτω τελείως έξω, όσον αφορά τις εκτιμήσεις μου γι’ αυτό το πράγμα που ονομάζεται ελληνική «κοινωνία». Αν και στο κάτω κάτω, τέτοιου είδους διαψεύσεις είναι πάντα καλοδεχούμενες. Καλό καλοκαίρι!

Σημειώσεις

[1] Hans-Peter Martin, Harald Schumann, Dei Glogalisierungs-falle – Der Angriff aud Demokratie und Wohlstand (Η Παγίδα της Παγκοσμιοποίησης – Η Αρπαγή της Δημοκρατίας και της Ευμάρειας), Rowohlt, 1996. Αγγλική μετάφραση: The Global Trap – Globalization and the Assault on Prosperity and Democracy (Η Παγκόσμια Παγίδα – Η Παγκοσμιοποίηση και η Επίθεση στην Ευημερία και στη Δημοκρατία), Zed Books, 1997. Το βιβλίο έχει εκδοθεί σε 27 γλώσσες.
[2] Ο Χ.-Π. Μάρτιν (1957) είχε εργαστεί επί σειρά ετών στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel. Το 1999 εξελέγη ευρωβουλευτής με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Αυστρίας. Ωστόσο, λόγω διαφωνιών με το κόμμα, αποχώρησε από την ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του. Στις ευρωεκλογές του 2004 ήταν και πάλι υποψήφιος επικεφαλής αυτή τη φορά του δικού συνδυασμού (Liste Dr. Hans-Peter Martin) που απέσπασε το 14% (!) των ψήφων στην Αυστρία και εξέλεξε δύο ευρωβουλευτές (ανάμεσά τους και ο ίδιος). Στις ευρωεκλογές του 2009 ήταν και πάλι υποψήφιος, επικεφαλής του ανεξάρτητου συνδυασμού του, και αποσπώντας το 18% των ψήφων εξελέγη και πάλι ευρωβουλευτής, μαζί με δύο συνυποψηφίους του.
[3] Ο Jim Garrison (1951) διετέλεσε (1986-1990), μεταξύ άλλων, και διευθυντής του Αμερικανοσοβιετικού Προγράμματος Ανταλλαγών στο Ίδρυμα Εσάλεν, που από μόνο του είναι άλλη μία «αμαρτωλή» ιστορία.
[5] Σχετικά με τον βίο και την πολιτεία του Μ. Στρονγκ, «Το “Πρασίνισμα” του Πλανήτη: Υπερεθνική Ελίτ και Οικολογία», Hellenic Nexus, τ. 9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005. Σημειωτέον ότι Γκορμπατσώφ, Λούμπερς και Στρονγκ συμμετέχουν και στην «οικολογικών ανησυχιών» Earth Charter Initiative, όπου συναντούμε και τον Στήβεν Ροκφέλλερ, ανηψιό του Ντέιβιντ, και γιο του Νέλσον Ροκφέλλερ, που είχε διατελέσει και αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (1974-1977).
[7] Ζαν-Κλωντ Μισεά, Η Εκπαίδευση της Αμάθειας, σελ. 36, μετ. Ά. Ελεφάντης, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2002.
[8] Ο Άγγελος Ελεφάντης (Μισεά, ό.π., σελ. 37, σημ. 6) αποδίδει τον όρο ως «βυζοδιασκέδαση» ή «βυζαγμο-διασκέδαση». Αν και ίσως η απόδοση του όρου ως «βυζοχαύνωση» να περιγράφει καλύτερα το περιεχόμενό του.
[9] Μισεά, ό.π., σελ. 37.
[10] Τα ποσοστά «20-80» μόνον αυθαίρετα δεν είναι. Οι δύο αυτοί αριθμοί εκφράζουν την –εμπειρική- «αρχή» του Ιταλού βιομηχάνου, κοινωνιολόγου, οικονομολόγου και φιλοσόφου Βιλφρέντο Παρέτο (1848-1923). Σύμφωνα με την «κατανομή Παρέτο», το 20% του πληθυσμού κατέχει το 80% του πλούτου, το 20% των πελατών μιας εταιρείας αγοράζει το 80% των προϊόντων της, το 80% των ελαττωματικών προϊόντων προκαλείται από το 20%  των σφαλμάτων στην παραγωγή κ.ο.κ. Παρότι «εμπειρική» η αρχή του Παρέτο ισχύει σε μια πληθώρα καταστάσεων, αν και, όπως θα ανέμενε κάποιος, υπάρχει μια κάποια απόκλιση στα ποσοστά 20-80.
[11] Ελληνική μετάφραση: εκδόσεις Λιβάνη. Πρώτη έκδοση στα αγγλικά: 1995. Σύμφωνα με τον Ρίφκιν, «Ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του ατόμου σε μια κοινωνία η οποία δεν θα προσφέρει σχεδόν καθόλου εργασία πιθανότατα θα αποτελέσει το πιο καυτό ζήτημα στις δεκαετίες που έρχονται. Θα πρέπει να περιμένουμε μια νέα, μετά-την-αγορά εποχή. Επιβάλλεται να επινοήσουμε καινούριες εναλλακτικές λύσεις στη θέση της τυπικής, επίσημης απασχόλησης…»
[12] Η καταγραφή των συζητήσεων και των απόψεων στο Φόρουμ είναι από το βιβλίο των Μάρτιν-Σούμαν. Υπενθυμίζεται ότι ο Χ.-Π. Μάρτιν ήταν παρών στο Φόρουμ.
[13] Βλ. για παράδειγμα, τη συνέντευξή του, του 1998, σημ. 6.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Όταν η ζωή κλέβει την παράσταση...

Από αστικό τύπο: 


«Λίγο πριν από την πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης με τον τίτλο "Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ", το Θέατρο Τέχνης, του Κάρολου Κουν, στην οδό Φρυνίχου στην Πλάκα, έγινε στόχος βανδαλισμών.

25 περίπου άγνωστοι δράστες, με μολότοφ, καπνογόνα, σιδερολοστούς και άλλα όργανα έκαψαν και κατέστρεψαν σε μεγάλο ποσοστό την θεατρική σκηνή, παρουσία μάλιστα και των θεατών που περίμεναν την έναρξη της παράστασης.

Οι έρευνες της αστυνομίας, για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών της επίθεσης, βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με την αστυνομία, οι δράστες την ώρα της επίθεσης φώναζαν συνθήματα υπέρ άλλης ομάδας, ενώ αναφέρθηκε ότι λήστεψαν και ένα άτομο, το οποίο αναζητείται για να καταθέσει
».


Το σιτουασιονιστικό σκηνικό ήρθε να μετατρέψει σε σουρεαλιστικό η ανακοίνωση της "Δημοκρατικής Αριστεράς"... :


«Η Δημοκρατική Αριστερά εκφράζει τον αποτροπιασμό της για τα φαινόμενα βίας που παίρνουν χαρακτήρα επιδημίας και περιλαμβάνουν όλο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τελευταίο κρούσμα η οργανωμένη επίθεση από χούλιγκανς ποδοσφαιρικής ομάδας στο θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν»!
Κοινός παρανομαστής όλων αυτών των φαινομένων είναι η αδυναμία ανοχής απέναντι στη διαφορετική άποψη.

Η ελληνική κοινωνία και τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας δεν μπορεί να παρακολουθούν με απάθεια την παράλογη διόγκωση της βίας. Φτάνει πια!».

Οικονομική κρίση. Ρητορικές περί ανασφάλειας. Χρήσεις της κοινωνίας του φόβου

Αναδημοσίευση από: http://crimevssocialcontrol.blogspot.com



[εισήγηση στην εκδήλωση που έγινε στον ΕΥΜΑΡΟ στις 12 Γενάρη με θέμα την οικονομική κρίση]


Τα θέματα τα οποία θα θέσω προς συζήτηση δεν αφορούν την πραγματικότητα και τις πραγματικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης αλλά τη συμβολική αναπαράσταση της, τουτέστιν τους κυρίαρχους Λόγους περί κρίσης, τους ορισμούς, τις ερμηνείες και τις πρακτικές που παράγονται στο δημόσιο χώρο και, σε πραγματικές συνθήκες αυξανόμενης ανασφάλειας του πληθυσμού, τείνουν στην ανασήμανση του κράτους ως κράτους φύλακα και όχι χωροφύλακα. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει, κατά συνέπεια, στην επιχειρηματολογία που κατατείνει στην κατασκευή συναίνεσης απέναντι σε αυταρχικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης, με μείζον χαρακτηριστικό την δραματική υποχώρηση του κοινωνικού κράτους.
Για να ξεκινήσω μ’ ένα παράδειγμα: Οι μεταπολεμικές κοινωνίες είχαν πληγεί από αντίστοιχα φαινόμενα οικονομικής ύφεσης. Αλλά τότε ένας κυρίαρχος λόγος με άξονα το σύνθημα «σφίξτε λίγο ακόμα το ζωνάρι και θα έρθουν καλύτερες μέρες» κατάφερνε να αποσπά  συναινέσεις από μεγάλα ακροατήρια αν και κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί κάτι τέτοιο με πραγματικούς όρους.  Σήμερα αυτό ακούγεται επιεικώς ως προσβολή και, εν πάση περιπτώσει, όχι απλώς δεν κατευνάζει τους φόβους αλλά αντίθετα ανατροφοδοτεί την ανασφάλεια του κόσμου απέναντι σ’ ένα κράτος που δείχνει ανίκανο  να διαχειριστεί την κρίση. Ανατροφοδοτεί κυρίως το ίδιο το περιβάλλον της σύγκρουσης, την οποία οι κατέχοντες την πολιτική και οικονομική εξουσία θα πρέπει να ισορροπήσουν πριν απειλήσει την ύπαρξή τους∙ θα πρέπει να κατευνάσουν την αγωνία του κόσμου, να ανασημάνουν την κρίση ως κάτι διαχειρίσιμο αρκεί να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων, η κοινωνική ειρήνη.
Η διαχείριση αυτής της κρίσης, λοιπόν, δεν μπορεί να επιχειρηθεί μέσω μιας ωμής αλλά και ατελέσφορης καταστολής. Μ’ αυτή την έννοια μιλάμε για τη συνεχή διαπάλη, τη συνεχή διαπραγμάτευση  των ορισμών και ερμηνειών της κρίσης, καθώς στο παιγνίδι υπάρχει τόσο ο στόχος της υπονόμευσης, όσο και ο στόχος της διατήρησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ας πάρουμε το παράδειγμα των εργατικών κινητοποιήσεων. Στην περίπτωση αυτή έχουμε σε διαπραγμάτευση ισχυρούς λόγους οι οποίοι απευθύνονται σε μεγάλα ακροατήρια που διαφωνούν με την επίσημη οικονομική πολιτική.  Η κάθε κυβέρνηση όμως, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συναίνεσης στην οικονομική  της πολιτική, δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί πάντα μετωπικά με τους απεργούς, έστω κι αν έχει θεσμικά τη δυνατότητα να το κάνει (κήρυξη της απεργίας ως παράνομης και καταχρηστικής) γιατί κάτι τέτοιο την απονομιμοποιεί ακόμα περισσότερο. Πριν, λοιπόν, ή και παράλληλα με τους κατασταλτικούς θα πρέπει να χρησιμοποιήσει κατά κύριο λόγο τους ιδεολογικούς μηχανισμούς αναδιατύπωσης και επανερμηνείας του γεγονότος (ενάντια στο εθνικό συμφέρον), απονομιμοποίηση των αιτημάτων (η ικανοποίησή τους θα σημαίνει ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής με αποτέλεσμα να αδικηθούν άλλες κοινωνικές ομάδες κ.ο.κ.). Κατά συνέπεια, αυτό που λέμε κυρίαρχος Λόγος, θα πρέπει να κατασκευάζει, να συγκροτεί και να ανασυγκροτεί τον εαυτό του έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και να ενσωματώνει –στον όποιο βαθμό- ακόμα κι ό, τι αντιτίθεται σ’ αυτό.[1] 
Αυτή είναι η βασική αφετηρία της παρέμβασής μου και το θέμα της εγκληματικότητας θα το θέσω προς συζήτηση με όρους αιτιακούς [πώς επηρεάζει η κρίση την εγκληματικότητα] αλλά ως μια από τις εκδοχές αυτής της διαπραγμάτευσης. Δηλαδή της ρητορικής και των πρακτικών που τείνουν στη μετάθεση του αντικειμένου της ανασφάλειας σε εξω-κρατικούς και κυρίως σε εξω-οικονομικούς παράγοντες και την κατασκευή συλλογικών υποκειμένων που θα αναλάβουν το ρόλο του «εσωτερικού εχθρού». Και εδώ ιστορικά η εγκληματικότητα έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο.

Ο ρόλος της εγκληματικότητας στο δημόσιο λόγο περί κρίσης

Υπάρχει ένα πολύ σημαντικό δεδομένο το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα της διαφοροποίησης μεταξύ πραγματικών διακυμάνσεων της εγκληματικότητας σε μια περίοδο και των Λόγων περί εγκληματικότητας. Το δεδομένο αυτό αφορά τη σχέση μεταξύ δεικτών εγκληματικότητας και αυξομειώσεων του ποινικού πληθυσμού.  Τυπική είναι η περίπτωση των ΗΠΑ, όπου από τη δεκαετία του ’90 και μετά έχει επταπλασιαστεί ο ποινικός πληθυσμός ενώ, την περίοδο, η εγκληματικότητα δεν παρουσίασε παρόμοιες αυξητικές τάσεις, ενίοτε δε παρουσίαζε σταθερότητα και σε κάποιες περιόδους ακόμα και κάμψη. Το επιφανειακά παράδοξο αυτό φαινόμενο είναι προϊόν των περίφημων πολιτικών μηδενικής ανοχής, επίσης γέννημα αλλά και εξαγώγιμο προϊόν αμερικάνικων  ερευνητικών κέντρων και κατασταλτικών μηχανισμών.[2]
Οι πολιτικές μηδενικής ανοχής πραγματώνουν σε ποινικό επίπεδο την υποχώρηση θεμελιακών αρχών του νομικού διαφωτισμού, όπως την αρχή της αναλογικότητας [οι επιβαλλόμενες ποινές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τη βαρύτητα των αδικημάτων], η ποινικοποίηση του δράστη αντί της πράξης [στρατιές υπόπτων με βάση τα ατομικά ή/και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους –φτωχούς, άνεργους, μετανάστες, φυλετικές μειονότητες- ή και την πραγματική ή και εικαζόμενη πολιτική τοποθέτηση] κοκ.[3] Η υποχώρηση αυτών των αρχών αντικατοπτρίζεται σε μακροχρόνιες ποινές που γεμίζουν τις φυλακές, σε κατά κόρον εφαρμογή του μέτρου της προσωρινής κράτησης, στην ποινική διαχείριση φαινομένων όπως η επαιτεία, η αλητεία που διοχετεύουν πελατεία στον ποινικό μηχανισμό κλπ.  Έτσι, ενώ είθισται να λέμε ότι ο υπερκορεσμός των φυλακών δείχνει αντίστοιχη αύξηση της εγκληματικότητας, στην πραγματικότητα δεν δείχνει τίποτα άλλο παρά την παραγωγικότητα του κατασταλτικού μηχανισμού η οποία αυξάνεται σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ωστόσο ο λόγος περί αύξησης της εγκληματικότητας ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας του κόσμου και νομιμοποιεί τις ενίοτε πραγματικά πολεμικές επιχειρήσεις με πρόταγμα την επιβολή του νόμου και της τάξης και την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών.[4]  Ανάμεσα στις ιδεολογικού χαρακτήρα κοινωνικές πρακτικές εδραίωσης και αναπαραγωγής του κυρίαρχου λόγου για τις κατηγορίες έγκλημα και ποινή είναι και ο επιστημονικός λόγος που παράγεται γύρω από αυτά τα φαινόμενα [οι τεχνολογίες της μηδενικής ανοχής, για παράδειγμα, έτυχαν πρώτα επιστημονικής επεξεργασίας στα επιστημονικά ινστιτούτα και επακολούθησε η εφαρμογή τους]. Ο επιστημονικός λόγος, λοιπόν. επιστρατεύεται για να εκλογικεύσει τις αλλαγές των ποινικών πρακτικών προς αυταρχικότερη κατεύθυνση, για τη νομιμοποίηση των οποίων ανακαλείται ευθέως η απειλή της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης. Δηλαδή ακριβώς αυτό το οποίο απειλείται όχι από την βία της εγκληματικότητας αλλά από την βία των κοινωνικών και οικονομικών όρων σε περιόδους κρίσεων. Όπως λέει ο Dario Melossi (Melossi, 1999), η εγκληματολογική θεώρηση, ο λόγος περί εγκλήματος και ποινής, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινωνικά κατασκευασμένη στάση, η οποία έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες και διαφοροποιείται σε συνάρτηση με αυτές. Παράλληλα, μέσα στα ιστορικά μεταβαλλόμενα πλαίσια αξιών, η εγκληματολογική θεώρηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σφαίρα της ποινής, τις ποσοτικές και ποιοτικές εκφράσεις της. Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια κοινωνική διαδικασία, όπου οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις που παράγει η κοινωνία - και οι εγκληματολόγοι για την κοινωνία - σχετικά με τον εγκληματία, προσανατολίζουν την κοινωνική δράση του τιμωρητικού συστήματος επηρεάζοντας τα ποσοστά εγκλεισμού, τα οποία, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την ποιότητα της αναπαράστασης… (Melossi, 1999: 27, 28).
Ένα πρόχειρο παράδειγμα είναι η εγκληματοποίηση συλλήβδην των μεταναστών. Η αύξηση των μεταναστευτικών πληθυσμών συναρθρώνεται με πολλαπλούς φόβους που παίρνουν είτε τη μορφή του φόβου του εγκλήματος είτε την, λιγότερο εμφανή, μορφή της κατάληψης ζωτικού [και μειούμενου] χώρου [ο πλανήτης εξαντλεί τα αποθέματά του] και, ως τέτοιοι, τροφοδοτούν την λεγόμενη κουλτούρα του ελέγχου. Καθώς δε ο έλεγχος των μεταναστευτικών πληθυσμών δεν μπορεί να περιορισθεί σε τοπικό επίπεδο γιατί αφορά κατά κύριο λόγο το ζήτημα της μετακίνησής τους, η Ευρώπη καλείται να παίξει τον ρόλο του υπερτοπικού χωροφύλακα με πρόταγμα την ασφάλεια. Απ' την άλλη μεριά, καθώς αυτές οι διαδικασίες μετακίνησης είναι απροσχεδίαστες, δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε η εξέλιξη, ούτε η έκτασή τους. Αυτονόητο, λοιπόν, είναι ότι και οι μετακινήσεις τους δεν μπορεί να είναι ούτε νόμιμες ούτε ελεγχόμενος, κατά συνέπεια όταν μιλάμε για έλεγχο μιλάμε εκ των πραγμάτων για καταστολή. Η τρωτότητα δε και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την ατομική και κοινωνική ταυτότητα των μεταναστευτικών πληθυσμών τους καθιστά ιδανικούς να αναλάβουν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου ή του εσωτερικού εχθρού. Έτσι, ο λόγος περί μεταναστών και ειδικότερα περί η ταύτιση μετανάστη/εγκληματία, ρητά ή υπόρρητα, συναρθρώνεται με τους λόγους για μια Ευρώπη/ φρούριο με πανεποπτικούς μηχανισμούς ελέγχου, που τείνουν αποκαταστήσουν μια αίσθηση ασφάλειας ή, σωστότερα, να επιδιορθώσουν την διαρρηγμένη αίσθηση ασφάλειας καθώς όλο και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες βλέπουν τις τύχες τους στην κόψη του ξυραφιού, έρμαιο μιας οικονομικής διαδικασίας η οποία δεν τους εξασφαλίζει άλλο από την ανασφάλεια. Η Ευρώπη-φρούριο, λοιπόν, απέναντι στην Ευρώπη-απειλή για του ΔΝΤ.[5]  Αυτή είναι μια εκδοχή των χρήσεων της «κοινωνίας του φόβου» που μετατοπίζει τα αίτια της κοινωνικής ανασφάλειας σ’ αυτό που βρίσκεται έξω από την αυλή μας και καλά θα κάνει να μείνει εκεί
Ένα δεύτερο, λοιπόν, στοιχείο που συναρθρώνεται με την αύξηση του ποινικού πληθυσμού είναι ο συσχετισμός δεικτών εγκλεισμού με τους δείκτες ανεργίας. Και εδώ θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς κι ένα δεύτερο παράδειγμα, ιδιαίτερα οικείο σ’ εμάς, την πρόσφατη ρητορική περί τρομοκρατίας και την αναπαράσταση του Δεκέμβρη του 2008 ως δεξαμενής της νέας γενιάς τρομοκρατών: εγκληματοποίηση της νέας γενιάς ανέργων, υποαπασχολούμενων, της γενιάς των 700 ευρώ και η προβαλλόμενη με συνεχώς μεγαλύτερη έμφαση συσχέτιση μεταξύ νεανικής ηλικίας και παραβατικής συμπεριφοράς.

Οι ποινικές πρακτικές και η διαχείριση του φόβου σε συνθήκες οικονομικής κρίσης

Ένα ζήτημα, λοιπόν, που ίσως ενδιαφέρει τη συζήτηση είναι κατά πόσον μπορούμε να μιλάμε για αντανάκλαση των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών στις ποινικές πρακτικές ή κατά πόσον οι ποινικές πρακτικές δεν είναι αυτές καθαυτές μορφή διαχείρισης των κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών.[6]  Το ζήτημα αυτό μπορούμε να το εξετάσουμε υπό διάφορες οπτικές:
  • οι κοινωνικο-οικονομικές μεταβολές αντανακλώνται σε αύξηση της εγκληματικότητας κατ’ επέκταση και στην γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού
  • η γιγάντωση του κατασταλτικού μηχανισμού τείνει στο να αποσύρει, να εξουδετερώσει ένας μέρος των κοινωνικά περιθωριοποιημένων στρωμάτων ως μορφή εξισορρόπησης της διαταραγμένης αγοράς εργασίας –ένα είδος, δηλαδή, πολιτικής οικονομίας των ποινικών πρακτικών [υπόθεση η οποία διερευνήθηκε στο πρωτοποριακό Ποινή και κοινωνική δομή των Rusche και Kirchheimer (1939) και πλήθος άλλων που ακολούθησαν]
  • ή υπό μια διττή έννοια, που συναρθρώνει την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και τη συνακόλουθη ενίσχυση του ποινικού  με τις συμβολικές λειτουργίες της ποινής ως λόγου που απευθύνεται κυρίως στον μη εγκληματικό πληθυσμό, σε όλους εμάς.

Όπως λέει και πάλι ο Μελόσι: «Της ποινής, δηλαδή, ως εργαλείου κοινωνικής αναπαράστασης, που τείνει να ενισχύσει τη συνοχή, την αλληλεγγύη και την ηθική εκείνου του τμήματος της κοινωνίας το οποίο δεν αποτελεί μεν άμεσο αντικείμενο των ποινικών θεσμών, αλλά είναι μάρτυρας και θεατής του ξεδιπλώματος της εξουσίας τους. Δηλαδή, είτε με την έννοια της άμεσης διαχείρισης ευρύτατων φασμάτων περιθωριοποιημένωνπληθυσμών, είτε ως έμμεση διαχείριση της κοινωνίας των τιμίων μέσα από τοθέαμα της διαχείρισης των πρώτων [MelossiD. (2006: 81, 82, «Ποινικές πρακτικές και “διακυβέρνηση” των πληθυσμών στους Marx και Foucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Πατάκης]  

Σ’ αυτή τη τελευταία εκδοχή του ζητήματος μπορεί να δει κανείς μια προσπάθεια εκπειθάρχησης του κοινωνικού σώματος στη λογική του μπαστουνιού και του καρότου. Όπου μπαστούνι είναι η μαζική φυλάκιση η οποία, όμως, από μόνη της δεν παράγει αποτελέσματα γιατί κάποτε θα γεμίσουν οι φυλακές, όλη η κοινωνία θα γίνει μια μεγάλη φυλακή. Έτσι απαιτείται και το καρότο που είναι η προσφορά εργασιών μερικής απασχόλησης, μη συνδικαλισμένων φτωχών σε περιεχόμενο, ελάχιστα παραγωγικών και, κυρίως, ελάχιστα αμειβόμενων οι οποίες είναι η κύρια εάν όχι και η μοναδική επιλογή για τα πιο περιθωριοποιημένα ή εν δυνάμει περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα. Όταν δηλαδή το αλήστου μνήμης Κράτος Πρόνοιας γίνεται workfare state με την έννοια της προσφοράς οποιασδήποτε μορφής εργασίας για να ζήσεις στο βαθμό που δεν σου παρέχονται άλλες λύσεις ενώ το μπαστούνι είναι πάντα μπροστά σου ως προοπτική σε περίπτωση μη συμμόρφωσης [Melossi, ό.π., σ. 84]
Μ’ αυτήν έννοια,  τοποθετούνται και οι σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εκμεταλλευόμενων και υπερ-εκμεταλλευόμενων στρωμάτων του πληθυσμού τα οποία αναπαριστώνται ως νομοτελειακά προορισμένα για τη φυλακή: η σύγχρονη εποποιία της επικινδυνότητας των μεταναστών απέναντι στους οποίους τις πιο τιμωρητικές στάσεις αναπτύσσουν οι κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού ως εάν να πρόκειται να εξορκίσουν έτσι το φάντασμα ενός μέλλοντος που δεν μοιάζει πολύ μακρινό.  Με άλλα λόγια, ο φόβος μπορεί να συμβάλλει στη διαχείριση -διαμέσου των ποινικών πρακτικών- των συνεχώς αυξανόμενων στρωμάτων που περιθωριοποιούνται από την αγορά εργασίας διαμέσου του ποινικού συστήματος. Ένα φαινόμενο, δηλαδή, το οποίο αντικατοπτρίζει δύο παράλληλες διαδικασίες, την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και την ανάδυση του λεγόμενου ποινικού κράτους και  συναρθρώνεται με την ανάγκη εκπειθάρχησης των πληθυσμών που βλέπουν  καθημερινά να απειλούνται οι οικονομικές και κοινωνικές τους βάσεις.


[1] Hall, S et al. (1988), “The social production of news: mugging in the media”, in Cohen, S & J.Young (επιμ.),  The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable, ΧωλΣτ., κ.α., (1989)  «Η αστυνόμευση της κρίσης – Η εξισορρόπηση των εκδοχώνηεκμετάλευση του Χάντσγουόρθ», στο  ΜΚομνηνούΧΛυριτζής (επιμ.)Κοινωνίαεξουσία και Μέσα Μαζικής ΕπικοινωνίαςΑθήναΠαπαζήσης
[2] Βλέπε σχετικά, WacquantL. (2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: Πατάκης
[3] Melossi, D. (1999), ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον, Παρασκευόπουλος, Ν. (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο. Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, Αθήνα: Πατάκης, Παρασκευόπουλος, Ν.  (2006) «Η συγκρουσιακή ποινή (εικόνες, θεωρίες, πράγματα)», στο Κουκουτσάκη, Α 2006, (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης
[4] Ας σκεφτούμε το παράδειγμα του πολεμικού κλίματος το οποίο καλλιεργείται ενόψει διαδηλώσεων, κινητοποιήσεων κλπ, το οποίο θέτουν σε δεύτερη μοίρα τους λόγους των κινητοποιήσεων, όπου η πραγματική συνθήκη [συλλαλητήρια, συνήθεις κινηματικές διαδικασίες κ.ο.κ.] αποσπάται από τα συνήθη σημασιολογικά πλαίσια και ενδύεται αρνητικές σημασίες ως εν δυνάμει συνθήκη κοινωνικής αταξίας ή ανομίας.. 

[5] Λέει σχετικά ο Μπάουμαν [Bauman, Z. 2005: 70, Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας, Κατάρτι:: «Τα αίτια του αποκλεισμού [των μεταναστευτικών πληθυσμών] μπορεί να διαφέρουν αλλά, για όλους όσοι τον εισπράττουν, τα αποτελέσματα είναι ακριβώς τα ίδια. Αντιμέτωποι με τον τιτάνιο άθλο να εξασφαλίσουν τους πόρους για την βιολογική τους επιβίωση (τη στιγμή που τους έχει αφαιρεθεί η αυτοπεποίθηση και ο αυτοσεβασμός που απαιτείται για να επιβιώσουν κοινωνικά) δεν έχουν κανένα λόγο να αναλογιστούν και να εκτιμήσουν τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στα δεινά που υποφέρει κανείς εκ προθέσεως και την αθλιότητα κατά παράλειψη». Και παρακάτω περιγράφει το αδιέξοδο της κατωτερότητας η οποία επιβάλλεται στους «υπεράριθμους» μέχρι που καταλήγουν να την βιώσουν ως πραγματική: "Οι υπεράριθμοι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιέξοδο. Αν επιχειρήσουν να συμμορφωθούν με τον ευνοούμενο σήμερα τρόπο ζωής, κατηγορούνται αμέσως για ανήθικη έπαρση, ψευδή προσχήματα και θράσος, επειδή διεκδικούν επιδόματα που δεν κέρδισαν οι ίδιοι -αν δεν κατηγορηθούν και για εγκληματικές προθέσεις. Σε περίπτωση που διακηρύξουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους και αρνηθούν να τιμήσουν αυτόν τον τρόπο ζωής, ο οποίος μπορεί να ευχαριστεί τους έχοντες αλλά δηλητηριάζει τους μη έχοντες, κάτι τέτοιο θεωρείται αμέσως απόδειξη των όσων «έλεγε ευθύς εξαρχής» η «κοινή γνώμη» (ή, ακριβέστερα, οι εκλεγμένοι ή αυτόκλητοι εκπρόσωποί της), ότι οι υπεράριθμοι δεν αποτελούν απλώς ξένο σώμα, αλλά καρκίνωμα που τρέφεται από τους υγιείς ιστούς της κοινωνίας, ορκισμένους εχθρούς του «τρόπου ζωής» και των «όσων μας αντιπροσωπεύουν»"
[6] Ζήτημα το οποίο πραγματεύεται  ο Melossi,  στο MelossiD. (2006), «Ποινικές πρακτικές και “διακυβέρνηση” των πληθυσμών στους Marx καιFoucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή, επιμέλεια), Εικόνες Φυλακής, Πατάκης  

Καρλ Μαρξ: Εγκώμιο του εγκλήματος


Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θʼ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις.
Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στη γενική αγορά τις παραδόσεις του εν είδει «εμπορεύματος». Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός πλούτος. Για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράμματος στο δημιουργό του, όπως μας λέει ένας πολύ αξιόπιστος μάρτυρας, ο καθηγητής Roscher. (1)
Πέραν τούτου, ο καθηγητής παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική δικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά. Όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρώνακτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων.
Ο εγκληματίας παράγει μια εντύπωση, εν μέρει ηθική, εν μέρει τραγική, αναλόγως, κι έτσι προσφέρει μια «υπηρεσία» στη διακίνηση των ηθικών και αισθητικών συγκινήσεων του κοινού. Δεν παράγει μόνο συγγράμματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμη και τραγωδίες, όπως αποδεικνύουν, όχι μόνο η Ενοχή του Müllner (2) και οι Ληστές του Schiller, αλλά και αυτός ο Οιδίπους και ο Ριχάρδος ο Τρίτος. Ο εγκληματίας σπάζει τη μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα αποσύρει από την αγορά εργασίας ένα τμήμα του περιττού πληθυσμού, οπότε μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, εμποδίζοντας, ως ένα βαθμό, την πτώση του μισθού κάτω από το ελάχιστο όριο, ενώ παράλληλα ο αγώνας εναντίον του εγκλήματος απορροφά ένα άλλο τμήμα του ίδιου πληθυσμού. Άρα ο εγκληματίας αναδεικνύεται σε μια από εκείνες τις φυσικές «εξισορροπήσεις» που αποκαθιστούν το σωστό επίπεδο και ανοίγουν μιαν ολόκληρη προοπτική «ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης».
Οι επενέργειες του εγκλήματος στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; Το μικροσκόπιο θα έβρισκε ποτέ τρόπο να περάσει στη συνήθη εμπορική σφαίρα (βλ. και Babbage) (3), αν δεν γινόταν απάτη στο εμπόριο; Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψής της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών – όπως ακριβώς και οι απεργίες. Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει η παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; ʽΑραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα; Στο Μύθο Των Μελισσών (1705) ο Mandeville (4) έχει αποδείξει την παραγωγική δύναμη που διαθέτουν όλα τα πιθανά είδη επαγγελμάτων, αλλά και το γενικό συμπέρασμα όλου αυτού του επιχειρήματος:
«Αυτό που ονομάζουμε στον κόσμο μας Κακό, είτε ηθικό είτε φυσικό, είναι η μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, η σταθερή βάση, η ζωή και το στήριγμα όλων των τεχνών και των ενασχολήσεων ανεξαιρέτως. Και τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία θα ήταν καταδικασμένη να φθαρεί, αν όχι να καταποντιστεί αύτανδρη.»
Μόνο που, βέβαια, ο Mandeville ήταν απείρως πιο τολμηρός και έντιμος από τους Φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας.


Σημειώσεις:
[1] Roscher, Wilhelm Georg Friedrich (1817-1894). Ιδρυτής της παλαιότερης ιστορικής σχολής της πολιτικής οικονομίας στη Γερμανία.
[2] Müllner, Amandus Gottfried Adolf (1774-1829). Κριτικός και ποιητής.
[3] Babage, Charles (1792-1871). Άγγλος μαθηματικός, μηχανικός και οικονομολόγος.
[4] Mandeville, Bernard de (1670-1733). Άγγλος σατιρικός συγγραφέας, γιατρός και οικονομολόγος.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ (GEORGE ORWELL)

Τι σχέση μπορεί να έχει ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1930 με τον τίτλο αυτού του ιστολογίου; 80 χρόνια μετά, η παρένθεση, που είχε βάλει στον καπιταλισμό η αυτοαποκαλούμενη ανάπτυξη, έκλεισε. Δεν έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε που αν κάποιος διάβαζε αυτό το βιβλίο θα ξεφυσούσε ανακουφισμένος που δεν ζει σε εκείνες τις εποχές... Και αν την Ιστορία συνεχίσει να την ξεδιπλώνει η τάξη του κεφαλαίου μόνη της, δεν θα χρειαστούν παραπάνω από πέντε χρόνια για να "αναπολεί" κανείς τις όμορφες εποχές του 1930!

Αν και μέτριο από λογοτεχνικής άποψης διαβάζεται πολύ ευχάριστα λόγω της αμεσότητας που θυμίζει προφορική αφήγηση. Ο συγγραφέας περιγράφει μια περίοδο της ζωής του που είχε ξεμείνει από χρήματα και χωρίζεται σε δυο φάσεις. Στην πρώτη φάση στο Παρίσι οπού αναγκάζεται να μοιράζεται το λιγδιασμένο κρεβάτι του και το στοιχειώδες φαγητό του με κοριούς. Ανέσεις που κέρδιζε βάζοντας ενέχυρο τα ρούχα του και δουλεύοντας περιστασιακά ατελείωτες ώρες κάτω από άθλιες συνθήκες σε ξενοδοχεία και εστιατόρια ως λαντζιέρης. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Λονδίνο οπού και εκεί είναι αναγκασμένος για λίγο καιρό να συνεχίσει την ζωή του απόκληρου αλλά αυτή την φορά με το λονδρέζικο στυλ. Περνάει την μισή μέρα του περιπλανώμενος ψάχνοντας για φαγητό (ψωμί με μαργαρίνη) σε χριστιανικά συσσίτια ανταλλάσσοντας το με... προσευχή! Την άλλη μισή μέρα του την περνάει σε αναζήτηση διανυκτέρευσης σε διάφορους άθλιους κοιτώνες για αστέγους που ρουφάν και την τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας των ζητιάνων του Λονδίνου.    

Μέσα από αυτήν την διεξοδική λαογραφική περιγραφή που μας προσφέρει ο George Orgwell γίνεται φανερή η ιδεολογία της τάξης του κεφαλαίου που θέλει τους απόκληρους της κοινωνικής της οργάνωσης όχι μόνο υπεύθυνους για την δικιά τους κατάσταση αλλά υπεύθυνους ακόμα και για την ύπαρξη της ίδιας της κατάστασης. Έτσι που να μπορεί σήμερα που έχει επιβάλει τον πολιτισμό
της ολοκληρωτικά όχι μόνο να καταδικάζει ότι της περισσεύει στην ανέχεια και την αποκτήνωση αλλά και να το πνίγει στο Αιγαίο και τον Έβρο, να το φυλακίζει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή να το κάνει σάκο του μποξ για να περνάει την ώρα της η νυχτερινή βάρδια στα αστυνομικά τμήματα του κέντρου.      

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Κείμενο της συνέλευσης των 300 μεταναστών απεργών πείνας.


Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας, για να μάθετε το δίκιο μας. Τριακόσιοι (300) από εμάς ξεκινάμε Πανελλαδική Απεργία Πείνας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στις 25 του Γενάρη.

Είμαστε μετανάστες και μετανάστριες από όλη την Ελλάδα. Ήρθαμε εδώ διωγμένοι από τη φτώχια, την ανεργία, τους πολέμους, τις δικτατορίες. Οι πολυεθνικές της Δύσης και οι πολιτικοί υπηρέτες τους στις πατρίδες μας, δεν μας άφησαν άλλη επιλογή από το να ρισκάρουμε τις ζωές μας 10 φορές για να έρθουμε μέχρι την πόρτα της Ευρώπης. Η Δύση που καταληστεύει τον τόπο μας, με το απείρως καλύτερο βιοτικό επίπεδο από εκεί, είναι για μας η μοναδική ελπίδα να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Ήρθαμε (με κανονική ή όχι είσοδο) στην Ελλάδα και δουλεύουμε για να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας. Βρισκόμαστε στην αναξιοπρέπεια και στο σκοτάδι της παρανομίας για να ωφελούνται οι εργοδότες και οι υπηρεσίες του κράτους από την άγρια εκμετάλλευση της εργασίας μας. Ζούμε από τον ιδρώτα μας και με το όνειρο κάποια στιγμή να αποκτήσουμε ίσα δικαιώματα με τους έλληνες συναδέλφους.

Το τελευταίο καιρό τα πράγματα έχουν γίνει πολύ δύσκολα για εμάς. Όσο κόβονται οι μισθοί και οι συντάξεις, όσο ακριβαίνουν τα πάντα, τόσο ο μετανάστης παρουσιάζεται ως φταίχτης, ως ο υπαίτιος για την εξαθλίωση και την άγρια εκμετάλλευση των ελλήνων εργαζομένων και μικροεπιχειρηματιών. Η προπαγάνδα φασιστικών και ρατσιστικών κομμάτων και οργανώσεων έχει πλέον γίνει η επίσημη γλώσσα του κράτους για το μεταναστευτικό. Η φρασεολογία τους αναπαράγεται πλέον αυτούσια από τα ΜΜΕ όταν μιλάνε για εμάς. Οι «προτάσεις» τους πλέον εξαγγέλλονται ως κυβερνητικές πολιτικές. Τείχος στον Έβρο, πλωτά στρατόπεδα και ευρωστρατός στο Αιγαίο, πογκρόμ και τάγματα εφόδου στις πόλεις, μαζικές απελάσεις. Πάνε να πείσουν τους έλληνες εργαζόμενους, πως συνιστούμε ξαφνικά απειλή για αυτούς, πως εμείς φταίμε για την πρωτοφανή επίθεση που δέχονται από τις ίδιες τους τις κυβερνήσεις.

Η απάντηση στο ψέμα και στη βαρβαρότητα πρέπει να δοθεί τώρα και θα την δώσουμε εμείς οι μετανάστες και μετανάστριες. Μπαίνουμε μπροστά με τη ζωή μας για να σταματήσουμε τώρα την αδικία σε βάρος μας. Ζητάμε την νομιμοποίηση όλων των μεταναστών/τριών, ζητάμε ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους έλληνες εργαζομένους και εργαζόμενες. Ζητάμε από τους έλληνες συναδέλφους μας εργαζομένους, από κάθε άνθρωπο που τώρα υποφέρει κι αυτός από την εκμετάλλευση του ιδρώτα του, να σταθεί δίπλα μας. Να στηρίξει τον αγώνα μας, για να μην αφήσει να επικρατήσει και στο δικό του τόπο το ψέμα και η αδικία, ο φασισμός και η απολυταρχία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Αυτό δηλαδή που έχει επικρατήσει και στις δικές μας πατρίδες και μας ανάγκασε να ξενιτευτούμε για να μπορέσουμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, εμείς και τα παιδιά μας.

Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας, για να μάθετε το δίκιο μας. Τριακόσιοι (300) από εμάς ξεκινάμε Πανελλαδική Απεργία Πείνας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στις 25 του Γενάρη. Βάζουμε την ζωή μας σε κίνδυνο, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είναι ζωή αυτή για ένα αξιοπρεπή άνθρωπο. Προτιμούμε να πεθάνουμε εδώ, παρά τα παιδιά μας να ζήσουν αυτά που περάσαμε εμείς.

Ιανουάριος 2011
Η Συνέλευση των μεταναστών απεργών πείνας